Γηρυόνης

Γηρῠόνης, ου, , ([etym.] γηρύω) the three-bodied Giant Geryon, Pi.I.1.13, etc.: [full] Γηρῠονεύς, έως, [dialect] Ep. ῆος, Hes.Th.287: [full] Γηρῠών, όνος, A. Ag.870:—hence [full] Γηρῠονίς or [suff] γηροτροφ-ηΐς, ίδος, ,
A a poem on Geryon by Stesichorus, Ath.11.499e, Paus.8.3.2.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γηρυόνης — a poem on Geryon masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυόνης — ο γίγαντας της μυθολογίας με τρία σώματα, που τον σκότωσε ο Ηρακλής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γηρυόνης ή Γηρυονεύς ή Γηρυών — Μυθολογικό πρόσωπο (ετυμολογικά το όνομα προέρχεται από το αρχαίο γηρύω = φωνάζω). Γίγαντας τρισώματος ή τρικέφαλος, που αναφέρεται για πρώτη φορά στα ποιήματα του Ησίοδου. Ήταν γιος του Χρυσάορος και της Ωκεανίδας Καλλιρρόης και εγγονός της… …   Dictionary of Greek

  • Γηρυόνα — Γηρυόνης a poem on Geryon masc acc sg Γηρυόνᾱ , Γηρυόνης a poem on Geryon masc nom/voc/acc dual Γηρυόνης a poem on Geryon masc voc sg Γηρυόνᾱ , Γηρυόνης a poem on Geryon masc gen sg (doric aeolic) Γηρυόνης a poem on Geryon masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυόνας — Γηρυόνης a poem on Geryon masc acc pl Γηρυόνᾱς , Γηρυόνης a poem on Geryon masc acc pl Γηρυόνᾱς , Γηρυόνης a poem on Geryon masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυονεύς — Γηρυόνης a poem on Geryon masc nom sg Γηρυονεύς a poem on Geryon masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυονῆα — Γηρυόνης a poem on Geryon masc acc sg (epic ionic) Γηρυονεύς a poem on Geryon masc acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυονῆι — Γηρυόνης a poem on Geryon masc dat sg (epic ionic) Γηρυονεύς a poem on Geryon masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυονῆος — Γηρυόνης a poem on Geryon masc gen sg (epic ionic) Γηρυονεύς a poem on Geryon masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυόνη — Γηρυόνης a poem on Geryon masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Γηρυόνην — Γηρυόνης a poem on Geryon masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.